24/09/2013

Η ομιλία του Καθηγητή Ν.Πετρόχειλου.

Ιερά Μονή Μυρτιδίων : Βιώματα της παιδικής ηλικίας

Η απλή ζωή ενός μικρού παιδιού σε ένα χωριό με πολύ λίγους κατοίκους πριν από μια εξηκονταετία θα φαινόταν σε όποιον έβλεπε σήμερα τα πράγματα από απόσταση, μέσα από τα δεδομένα της συνηθισμένης αστικής ζωής ενός μεγάλου κέντρου, χωρίς ο ίδιος να έχει καμιά γνώση αλλά και με περιορισμένη τη διαίσθηση του τι σημαίνει ένα τέτοιο είδος παιδικού βιώματος, σαν εμπειρία με περιορισμένο ενδιαφέρον, ενδεχομένως καταθλιπτική και οπωσδήποτε περιοριστική της πνευματικής και ψυχικής ανάπτυξης μιας εξελισσόμενης ύπαρξης, με αναγκαστικά κλειστούς ορίζοντες, αποφασιστικά καθοριστικούς για το μέλλον ενός παιδιού.
Η πραγματικότητα βέβαια είναι τελείως διαφορετική. Επιτρέψτε μου εδώ να σας θυμίσω το καχεκτικό εκείνο άλογο από τους Πεζούς Ρυθμούς του Ζαχαρία Παπαντωνίου, που διηγόταν σε όλα τα άλλα άλογα τα περίφημα ταξίδια που έκανε σε τόπους μακρινούς και ονειρεμένους και, όταν κάποιο του παρατήρησε ότι όλη του τη ζωή δεν έκανε τίποτε άλλο από το να γυρίζει γύρω από το μαγγανοπήγαδο υπακούοντας στις εντολές ενός σκληρού αφέντη, εκείνο αποκρίθηκε, σαν να ήταν έτοιμο από καιρό για μια τέτοια απάντηση, ότι, όσο κι αν του στέρησε η ζωή την ελευθερία, ο Θεός ποτέ δεν του αρνήθηκε τη φαντασία.
Πίσω από τα πέτρινα σπίτια, τις αυλές και τους κήπους του χωριού μου πριν από εξήντα τόσα χρόνια, και μέσα από τις αλάνες όπου τρέχαμε ανέμελα και ξέφρενα, εμείς, τα χωριατόπαιδα εκείνης της εποχής, καλπάζαμε με τη φαντασία μας σε τόπους μακρινούς και απλησίαστους, αφήνοντας τα οράματά μας να απλώνονται ανεμπόδιστα στους κόσμους της μυθικής, αλλά και της εθνικής και της θρησκευτικής μας σχολικής παιδείας. ΄Ο,τι μάς έλεγε ο δάσκαλος και ό,τι γλαφυρά μάς περιέγραφε γινόταν στη φαντασία μας «μπάρκο τρικούβερτο», όπως θα έλεγε ο Ανδρέας Καρκαβίτσας στα Λόγια της Πλώρης, και γέμιζε με πλούτο αφάνταστο τον πεινασμένο νου και τη διψασμένη μας ψυχή. Χωρίς ακόμη να έχουμε επισκεφθεί το ιερό μοναστήρι για πρώτη φορά, καθώς οι διαδρομές μέσα στο νησί εκείνη την εποχή, με τα αργοκίνητα μέσα που διαθέταμε, έμοιαζαν υπερατλαντικά ταξίδια του σήμερα, τα βλέπαμε όμως τα Μυρτίδια στα όνειρά μας και ακούγαμε τους ήχους από τις φωνές των παγωνιών και το κελάηδημα των πουλιών, οσφραινόμαστε τη μυρωδιά των πολύχρωμων λουλουδιών, ακούγαμε μαγεμένοι το πέταγμα των εντόμων και των πουλιών, και γευόμαστε τη μυστική θεία ηδονή που θα νιώθαμε αργότερα να απλώνεται σ' όλο μας το είναι, καθώς θα περνούσαμε δειλά τη μεγάλη πόρτα της αυλής για να περπατήσουμε αργά και με βαθιά κατάνυξη στους χώρους του ιερού μοναστηριού.
Τόσο τα ζούσα όλα αυτά, τόσο τα ένιωθα στα κατάβαθα της ψυχής μου, ώστε όταν η συγχωρεμένη η μητέρα μου με έβαλε να καβαλικέψω στο γαϊδουράκι, το μόνο μεταφορικό μέσο που είχαμε στη διάθεσή μας, και μαζί ξεκινήσαμε πρώτη φορά για τον μεγάλο δρόμο που οδηγούσε στα Μυρτίδια, μέσα μου νόμιζα πως όλα αυτά τα είχα ξαναζήσει και μόνο ένα δεν μπορούσα να εξηγήσω στα οχτώ μου χρόνια, εκείνο το απέραντο σκίρτημα που ένιωθα να με κρατά σ' όλη τη διαδρομή, ώσπου φτάσαμε στη στροφή και τα είδαμε κάτω να απλώνονται ήρεμα και νωχελικά, σ' όλη την ιεροπρέπεια του ονείρου, λουσμένα μέσα στο πρωινό φως της ημέρας, πανέμορφα όπως τα ήξερα από καιρό, όπως τα είχα ήδη ζήσει μέσα στα φυλλοκάρδια μου, όπως τα είχα με δέος αναλύσει στο νου μου και τα είχα αφήσει να ξεδιπλωθούν ανεμπόδιστα στο όργιο της φαντασίας μιας παιδικής ψυχής. Το θαυμαστό δεν ήταν ότι τα έβλεπα επιτέλους εκείνη τη στιγμή, αλλά ότι μου ήταν ήδη από καιρό γνωστά και αγαπημένα, ιερά και γεμάτα μεγαλείο, τα Μυρτίδια του νου και της ψυχής μου, η Παναγία των ονείρων μου, η Κυρία των λογισμών μου, το παρήγορο φως της λύπης μου, η ανακούφιση της απογοήτευσής μου, ό,τι είχα και δεν είχα, ό,τι είχα ελπίσει για εμένα και τα αγαπημένα μου πρόσωπα και ό,τι μπορούσα ποτέ να ελπίζω.
Ξεπεζέψαμε και προχωρήσαμε αργά προς τη μεγάλη πόρτα της αυλής, το χέρι μου σφιχτά κρατημένο μέσα στην παλάμη της μητέρας μου, ένιωθα πως έτρεμα λίγο, κρύωνα και θα ‘λεγες πως είχα πυρετό, τον πυρετό της προσδοκίας και της ευλάβειας, της αναμονής και του ιερού δέους, όλα όσα άκουγα χρόνια τώρα από το δάσκαλο και τη μητέρα μου θα πίστευες πως συμπυκνώνονταν μέσα στα λίγα εκείνα βήματα στον ιερό χώρο, εκστατικός μπροστά στη θέα του πανύψηλου, επιβλητικού καμπαναριού, μέχρι την πόρτα του μεγάλου ναού του θεόρατου εκείνου προσκυνήματος που την όψη του έτρεφε η φαντασία μου και επώαζαν οι βραδινές προσευχές μου. Γονάτισα μπροστά στην εικόνα της, με σκυμμένο το κεφάλι μου, σαν να μην τολμούσα να σηκώσω τα βλέμματα επάνω της, σηκώθηκα με κόπο και προσκύνησα σε έκσταση. ΄Ενιωσα το δάκρυ να βρέχει τα παιδικά μου μάγουλα, δάκρυ καυτό, χαράς μαζί και αγωνίας και αναμονής και προσδοκίας και ελπίδας. Γύρω μου ο επιβλητικός ναός, με τον πλούτο των εικόνων, τους πολυελαίους, τις εκατοντάδες τα κεριά, τα αφιερώματα, έκφραση της πίστης χιλιάδων ανθρώπων, και από τις θέσεις των ψαλτάδων θεία η φωνή του αλησμόνητου εκείνου Παναγιώτη Κασιμάτη, του Μπομπού, όπως όλοι μας τον ξέραμε και τον φωνάζαμε, αγαπημένου μαθητή της μάνας μου, που συνόψιζε τις προσευχές των πιστών αναπέμποντας τις δεήσεις τους σε ύψη ουράνια και ανοίγοντας τις καρδιές τους σε μια υπερκόσμια επικοινωνία.
Από την ημέρα εκείνη εκατοντάδες φορές στη μετέπειτα ζωή μου επισκέφθηκα το ιερό προσκύνημα και προσευχήθηκα με ευλάβεια μπροστά στην εικόνα Εκείνης, της παρηγοριάς και σκέπης των πιστών. ΄Όμως, πώς να το πω; Το πρωτόγνωρο εκείνο συναίσθημα της πρώτης συνάντησης, της πρώτης επαφής, του πρώτου προσκυνήματος στον ιερό χώρο, του πρώτου σκιρτήματος «ενώπιος ενωπίω», ποτέ δεν το ένιωσα με τον ίδιο τρόπο, ποτέ δεν αισθάνθηκα το δάκρυ μου πιο καυτό και την ψυχή μου πιο ελεύθερη να πλανηθεί στους κόσμους της αγάπης και της συγγνώμης, του δέους και της ελπίδας, της ευλάβειας και της προσευχής χιλιάδων πιστών μπροστά στην εικόνα Της. Βίωμα μοναδικό στην ψυχή ενός παιδιού, στιγμές θείες και ανεπανάληπτες, διαύγεια νου και ψυχής, εικόνα του παρόντος και του μέλλοντος, πρωτόγνωρο σκίρτημα και αιώνια θαλπωρή η πρώτη μου επίσκεψη στην ιερά Μονή Μυρτιδίων.